Definition
▶
συμβαίνει
symvaínei
Αναφέρεται σε κάτι που συμβαίνει ή εκτυλίσσεται.
מדובר במשהו שמתרחש או מתפתח.
▶
Σήμερα συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον.
היום קורה משהו מאוד מעניין.
▶
Στην πόλη μας συμβαίνουν πολλές αλλαγές.
בעיר שלנו קורות הרבה שינויים.
▶
Συμβαίνει συχνά να καθυστερεί η συγκοινωνία.
קורה לעיתים קרובות שהתחבורה מתעכבת.