Definition
▶
διακοπές
diakopés
Διακοπές είναι η περίοδος κατά την οποία κάποιος παίρνει άδεια από την εργασία του για να ξεκουραστεί ή να ταξιδέψει.
חופשות הן התקופה שבה מישהו לוקח חופשה מעבודתו כדי לנוח או לטייל.
▶
Φέτος οι διακοπές μας θα είναι στην παραλία.
החופשות שלנו השנה יהיו בחוף.
▶
Προγραμματίζω τις διακοπές μου για το καλοκαίρι.
אני מתכנן את החופשות שלי לקיץ.
▶
Οι διακοπές είναι μια καλή ευκαιρία να χαλαρώσουμε.
החופשות הן הזדמנות טובה להירגע.