Definition
▶
υπομονή
ypomoní
Η υπομονή είναι η ικανότητα να αντέχεις σε δύσκολες καταστάσεις ή την αναμονή χωρίς να χάνεις την ψυχραιμία σου.
הסבלנות היא היכולת לסבול מצבים קשים או לחכות מבלי לאבד את שלוות הנפש.
▶
Η υπομονή είναι απαραίτητη όταν περιμένουμε σε μια μεγάλη ουρά.
הסבלנות הכרחית כאשר אנו מחכים בתור ארוך.
▶
Χρειάζομαι υπομονή για να μάθω να παίζω πιάνο.
אני צריך סבלנות כדי ללמוד לנגן בפסנתר.
▶
Η υπομονή του δασκάλου με τους μαθητές του είναι αξιοθαύμαστη.
הסבלנות של המורה עם תלמידיו מרשימה.