Definition
▶
μόνιμα
mónima
Η λέξη 'μόνιμα' αναφέρεται σε κάτι που διαρκεί χωρίς να αλλάξει ή να αφαιρεθεί, συνήθως χρησιμοποιούμενη για να περιγράψει μια κατάσταση ή κατάσταση που είναι σταθερή και αμετάβλητη.
המילה 'קבוע' מתייחסת למשהו שנמשך מבלי להשתנות או להימנע, בדרך כלל בשימוש כדי לתאר מצב או מצב שהוא יציב ולא משתנה.
▶
Η οικογένεια αποφάσισε να μείνει μόνημα σε αυτήν την πόλη.
המשפחה החליטה להישאר קבוע בעיר הזו.
▶
Η συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών είναι μόνημα.
ההסכם בין שני הצדדים הוא קבוע.
▶
Τα έργα θα διαρκέσουν μόνημα και δεν θα αλλάξουν.
העבודות יימשכו קבוע ולא ישתנו.