Definition
▶
διαπραγμάτευση
diapragmátefsi
Η διαπραγμάτευση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας δύο ή περισσότερα μέρη προσπαθούν να καταλήξουν σε συμφωνία ή κοινή απόφαση.
מיקוח הוא התהליך שבו שני צדדים או יותר מנסים להגיע להסכמה או החלטה משותפת.
▶
Η διαπραγμάτευση για την αγορά του σπιτιού ήταν δύσκολη αλλά τελικά επιτυχής.
המיקוח על רכישת הבית היה קשה אך בסופו של דבר מוצלח.
▶
Πρέπει να κάνουμε μια διαπραγμάτευση για τους όρους της συνεργασίας μας.
עלינו לנהל מיקוח על התנאים של שיתוף הפעולה שלנו.
▶
Η διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο κρατών κράτησε περισσότερο από δύο εβδομάδες.
המיקוח בין שתי המדינות נמשך יותר משבועיים.