Definition
▶
υποστήριξη
ypostírixi
Η υποστήριξη είναι η βοήθεια ή η στήριξη που παρέχεται σε κάποιον ή σε κάτι για να επιτευχθεί μια συγκεκριμένη κατάσταση ή στόχος.
העזרה או התמיכה שניתנת למישהו או למשהו כדי להשיג מצב או מטרה מסוימת.
▶
Η υποστήριξή σου με βοήθησε να πετύχω τους στόχους μου.
העזרה שלך עזרה לי להשיג את המטרות שלי.
▶
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα μέτρα για την υποστήριξη των επιχειρήσεων.
הממשלה הודיעה על צעדים חדשים לתמיכה בעסקים.
▶
Η υποστήριξη από τους φίλους μου ήταν καθοριστική σε αυτή τη δύσκολη περίοδο.
התמיכה מחבריי הייתה מכרעת בתקופה הקשה הזו.