Definition
▶
θλίψη
thlýpsi
Η θλίψη είναι μια κατάσταση ψυχικής ή σωματικής δυσφορίας που προκαλεί πόνο ή δυσκολία.
צער הוא מצב של אי נוחות נפשית או פיזית שגורם לכאב או קושי.
▶
Η θλίψη που νιώθει μετά την απώλεια του αγαπημένου του είναι βαθιά.
הצער שהוא מרגיש לאחר אובדן אהובו הוא עמוק.
▶
Πολλοί άνθρωποι βιώνουν θλίψη κατά τη διάρκεια δύσκολων περιόδων στη ζωή τους.
רבים חווים צער במהלך תקופות קשות בחייהם.
▶
Η θλίψη μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία ενός ατόμου.
צער יכול להשפיע על בריאות הנפש של אדם.