Definition
▶
πάω
pao
Η λέξη 'πάω' σημαίνει την κίνηση από ένα σημείο σε ένα άλλο.
המילה 'πάω' מתייחסת לתנועה מנקודה אחת לאחרת.
▶
Πάω στο σχολείο κάθε πρωί.
אני הולך לבית הספר כל בוקר.
▶
Αύριο θα πάω στην αγορά.
מחר אני אלך לשוק.
▶
Θα πάω για μια βόλτα στο πάρκο.
אני אלך לטיול בפארק.