Definition
▶
ανοιχτός
anoichtós
Ανοιχτός σημαίνει ότι κάτι δεν είναι κλειστό, είναι διαθέσιμο για πρόσβαση ή χρήση.
פתוח פירושו שמשהו אינו סגור, הוא זמין לגישה או לשימוש.
▶
Η πόρτα είναι ανοιχτή για να μπορέσουν να μπουν οι καλεσμένοι.
הדלת פתוחה כדי שהאורחים יוכלו להיכנס.
▶
Το κατάστημα είναι ανοιχτό μέχρι τις 10 το βράδυ.
החנות פתוחה עד 10 בערב.
▶
Η βιβλιοθήκη είναι ανοιχτή για το κοινό κάθε Σάββατο.
הספרייה פתוחה לציבור בכל שבת.