Definition
▶
μάθα
matha
Το ρήμα 'μάθα' σημαίνει ότι απέκτησα γνώση ή κατανοήση για κάτι στο παρελθόν.
הפועל 'μάθα' מתייחס לכך שרכשתי ידע או הבנה על משהו בעבר.
▶
Χθες μάθαμε για την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας.
אתמול למדנו על ההיסטוריה של יוון העתיקה.
▶
Μάθαμε πώς να φτιάχνουμε πίτα στο μάθημα μαγειρικής.
למדנו איך להכין פשטידה בשיעור בישול.
▶
Σήμερα μάθαμε ένα νέο τραγούδι στην τάξη.
היום למדנו שיר חדש בכיתה.