Definition
▶
ήσυχος
isychos
ήσυχος είναι αυτός που δεν προκαλεί θόρυβο ή αναταραχή.
שקט הוא מי שאינו גורם לרעש או מהומה.
▶
Ο ήσυχος χώρος ήταν ιδανικός για να διαβάσω.
המקום השקט היה אידיאלי כדי לקרוא.
▶
Η ήσυχη μουσική με βοήθησε να χαλαρώσω.
המוזיקה השקטה עזרה לי להירגע.
▶
Προτιμώ να βρίσκομαι σε ήσυχες περιοχές όταν κάνω βόλτα.
אני מעדיף להיות באזורים שקטים כשאני מטייל.