Definition
▶
αβεβαιότητα
avevaiotita
Η αβεβαιότητα είναι η κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει σαφής γνώση ή εμπιστοσύνη σχετικά με ένα γεγονός ή μια απόφαση.
חוסר הוודאות הוא המצב שבו אין ידע ברור או אמון לגבי עובדה או החלטה.
▶
Η αβεβαιότητα για το μέλλον μπορεί να προκαλέσει άγχος.
חוסר הוודאות לגבי העתיד יכולה לגרום לחרדה.
▶
Ο καιρός δημιουργεί αβεβαιότητα στα σχέδια μας για το Σαββατοκύριακο.
החום יוצר חוסר ודאות בתוכניות שלנו לסוף השבוע.
▶
Αισθάνομαι αβεβαιότητα σχετικά με την απόφαση που πρέπει να πάρω.
אני מרגיש חוסר ודאות לגבי ההחלטה שאני צריך לקבל.