Definition
▶
επιρροή
epirroi
Η επιρροή είναι η ικανότητα να αλλάζεις τις σκέψεις ή τις πράξεις κάποιου άλλου.
ההשפעה היא היכולת לשנות את המחשבות או המעשים של אחרים.
▶
Η επιρροή του δασκάλου ήταν καθοριστική για την απόφαση των μαθητών.
ההשפעה של המורה הייתה מכרעת לגבי ההחלטה של התלמידים.
▶
Η κοινωνική επιρροή μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε.
ההשפעה החברתית יכולה לשנות את הדרך בה אנחנו חושבים.
▶
Η επιρροή των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι πολύ ισχυρή.
ההשפעה של התקשורת ההמונית היא מאוד חזקה.