Definition
▶
οξύμωρο
oxymoro
Οξύμωρο είναι μια λογοτεχνική ή ρητορική έκφραση που συνδυάζει αντιφατικές έννοιες, δημιουργώντας μια παράδοξη κατάσταση.
אוקסימורון הוא ביטוי ספרותי או רטורי שמשלב משמעויות סותרות, ויוצר מצב פרדוקסלי.
▶
Η ήσυχη φασαρία της πόλης με έκανε να σκεφτώ το οξύμωρο της καθημερινότητας.
ההמולה השקטה של העיר גרמה לי לחשוב על האוקסימורון של היומיום.
▶
Ο συγγραφέας χρησιμοποίησε ένα οξύμωρο για να δείξει την αντίφαση στην ανθρώπινη φύση.
הסופר השתמש באוקסימורון כדי להראות את הסתירה בטבע האנושי.
▶
Το οξύμωρο της σιωπής μέσα στη φασαρία ήταν εκπληκτικό.
האוקסימורון של השקט בתוך ההמולה היה מדהים.