Definition
▶
γνωστός
gnostos
Ο όρος 'γνωστός' αναφέρεται σε κάτι ή κάποιον που είναι γνωστός ή αναγνωρίσιμος από άλλους.
המונח 'מוכר' מתייחס למשהו או מישהו שידוע או מזוהה על ידי אחרים.
▶
Η Μαρία είναι μια γνωστή συγγραφέας στην Ελλάδα.
מריה היא סופרת מוכרת ביוון.
▶
Αυτό το τραγούδι είναι γνωστό σε πολλούς ανθρώπους.
השיר הזה מוכר להרבה אנשים.
▶
Ο καθηγητής είναι γνωστός για τις καινοτόμες διδασκαλίες του.
הפרופסור מוכר בזכות שיטות ההוראה החדשניות שלו.