Definition
▶
εξαρτώμαι
exartomai
Εξαρτώμαι σημαίνει ότι χρειάζομαι κάτι ή κάποιον για να μπορέσω να λειτουργήσω ή να επιτύχω.
להתבסס על מישהו או משהו כדי לפעול או להשיג הצלחה.
▶
Εξαρτώμαι από την υποστήριξη των φίλων μου.
אני מתבסס על התמיכה של החברים שלי.
▶
Η επιτυχία μου εξαρτάται από την προετοιμασία που κάνω.
ההצלחה שלי מתבססת על ההכנה שאני עושה.
▶
Δεν μπορώ να ολοκληρώσω το έργο αν δεν εξαρτώμαι από τις πληροφορίες που θα μου δώσουν.
אני לא יכול להשלים את הפרויקט אם אני לא מתבסס על המידע שייתנו לי.