Definition
▶
ελπίδα
elpida
Η ελπίδα είναι το συναίσθημα προσδοκίας για κάτι θετικό ή επιθυμητό στο μέλλον.
התקווה היא הרגש של ציפייה למשהו חיובי או רצוי בעתיד.
▶
Η ελπίδα ότι θα βρω μια καλή δουλειά με κρατάει αισιόδοξη.
התקווה שאמצא עבודה טובה משאירה אותי אופטימית.
▶
Πάντα πρέπει να κρατάμε την ελπίδα ζωντανή, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές.
תמיד עלינו לשמור על התקווה חיה, אפילו בזמנים קשים.
▶
Η ελπίδα του να δει την οικογένειά του και πάλι τον κρατάει δυνατό.
התקווה לראות את משפחתו שוב מחזיקה אותו חזק.