Definition
▶
αναμονή
anamoní
Η αναμονή είναι η κατάσταση της προσμονής ή της καθυστέρησης σε μια συγκεκριμένη στιγμή ή γεγονός.
המתנה היא מצב של ציפייה או עיכוב בזמן מסוים או אירוע.
▶
Η αναμονή για το λεωφορείο ήταν κουραστική.
ההמתנה לאוטובוס הייתה מתישה.
▶
Η αναμονή στο ιατρείο κράτησε περίπου μία ώρα.
ההמתנה במרפאה ארכה כעשרים דקות.
▶
Μετά από πολλή αναμονή, επιτέλους ήρθε η απάντηση.
אחרי הרבה המתנה, סוף סוף הגיעה התשובה.