Definition
▶
απεργία
apergía
Απεργία είναι μια οργανωμένη διαμαρτυρία εργαζομένων, κατά την οποία σταματούν να εργάζονται για να διεκδικήσουν καλύτερους όρους εργασίας ή άλλες απαιτήσεις.
שביתה היא מחאה מאורגנת של עובדים, שבה הם מפסיקים לעבוד כדי לדרוש תנאי עבודה טובים יותר או דרישות אחרות.
▶
Οι εργαζόμενοι ανακοίνωσαν απεργία για να διεκδικήσουν αύξηση μισθού.
העובדים הכריזו על שביתה כדי לדרוש העלאת שכר.
▶
Η απεργία των δασκάλων προκάλεσε αναστάτωση στα σχολεία.
שביתת המורים גרמה למהומה בבתי הספר.
▶
Κατά τη διάρκεια της απεργίας, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από διαδηλωτές.
במהלך השביתה, הרחובות היו מלאים במפגינים.