Definition
▶
προσαρμογή
prosaromí
Η προσαρμογή είναι η διαδικασία αλλαγής ή προσαρμογής σε νέες συνθήκες ή απαιτήσεις.
ההתאמה היא תהליך של שינוי או התאמה לתנאים או דרישות חדשות.
▶
Η προσαρμογή στο νέο σχολείο ήταν δύσκολη για τον Γιάννη.
ההתאמה לבית הספר החדש הייתה קשה עבור יאני.
▶
Η προσαρμογή των προγραμμάτων σπουδών είναι απαραίτητη για την καλύτερη εκπαίδευση.
ההתאמה של תוכניות הלימודים היא הכרחית לחינוך טוב יותר.
▶
Περάσαμε από μια διαδικασία προσαρμογής για να δουλέψουμε αποτελεσματικότερα.
עברנו תהליך התאמה כדי לעבוד בצורה יעילה יותר.