Definition
▶
πολύχρωμος
polýchromos
Ο όρος 'πολύχρωμος' αναφέρεται σε κάτι που έχει πολλούς διαφορετικούς χρωματισμούς ή αποχρώσεις.
המונח 'צבעוני' מתייחס למשהו שיש בו הרבה צבעים שונים או גוונים.
▶
Το πολύχρωμο λουλούδι κλέβει τις εντυπώσεις στον κήπο.
הפרח הצבעוני גונב את ההצגה בגינה.
▶
Η πολύχρωμη ζωγραφιά του παιδιού είναι στην ψυχή του.
הציור הצבעוני של הילד נמצא בנשמתו.
▶
Φόρεσα ένα πολύχρωμο φόρεμα για την γιορτή.
לבשתי שמלה צבעונית לחגיגה.