Definition
▶
αντιλαμβάνομαι
antilavánomai
Αντιλαμβάνομαι σημαίνει να κατανοώ ή να αντιλαμβάνομαι κάτι με τις αισθήσεις ή τη διανόησή μου.
אני תופס משמעותו להבין או לתפוס משהו עם החושים או עם ההיגיון שלי.
▶
Αντιλαμβάνομαι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο φίλος μου.
אני תופס את הבעיה שהחבר שלי מתמודד איתה.
▶
Δύσκολα αντιλαμβάνομαι τις λεπτομέρειες της ιστορίας.
קשה לי לתפוס את הפרטים של הסיפור.
▶
Αντιλαμβάνομαι ότι χρειάζεται να αλλάξω τη στρατηγική μου.
אני תופס שאני צריך לשנות את האסטרטגיה שלי.