Definition
▶
γυναίκα
gynaíka
Η γυναίκα είναι το θηλυκό ανθρώπινο ον.
האישה היא היצור האנושי הנשי.
▶
Η γυναίκα φοράει ένα όμορφο φόρεμα.
האישה לובשת שמלה יפה.
▶
Η γυναίκα εργάζεται σκληρά για την οικογένειά της.
האישה עובדת קשה למען המשפחה שלה.
▶
Η γυναίκα είναι η πιο σημαντική παρουσία στη ζωή του.
האישה היא הנוכחות החשובה ביותר בחייו.