Definition
▶
υποχρέωση
ypochréosi
Η υποχρέωση είναι η νομική ή ηθική δέσμευση που έχει κάποιος να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο ή να εκπληρώσει μια συγκεκριμένη ευθύνη.
ההתחייבות היא המחויבות המשפטית או המוסרית שיש למישהו לפעול בדרך מסוימת או למלא אחר אחריות מסוימת.
▶
Η υποχρέωση του να πληρώσει τους φόρους του είναι αναγκαία.
ההתחייבות שלו לשלם את המיסים שלו היא הכרחית.
▶
Καθένας έχει την υποχρέωση να σέβεται τους άλλους.
לכל אחד יש את ההתחייבות לכבד את האחרים.
▶
Η υποχρέωση σε μια εργασία είναι σημαντική για την επαγγελματική επιτυχία.
ההתחייבות בעבודה היא חשובה להצלחה מקצועית.