Definition
▶
φακός
fakós
Ο φακός είναι ένα διαφανές κομμάτι υλικού που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση ή τη διάχυση του φωτός.
העדשה היא פיסת חומר שקופה שמשמשת לאיסוף או לפיזור של אור.
▶
Ο φακός της κάμερας χρειάζεται καθαρισμό.
העדשה של המצלמה צריכה ניקוי.
▶
Χρησιμοποιούμε φακό για να δούμε καλύτερα στο σκοτάδι.
אנחנו משתמשים בעדשה כדי לראות טוב יותר בחשכה.
▶
Ο φακός του projector ήταν κατεστραμμένος και έπρεπε να αντικατασταθεί.
העדשה של המקרן הייתה שבורה והיה צורך להחליף אותה.