Definition
▶
καθιστώ
kathistó
Ορίζω ή κάνω κάποιον να γίνει κάτι.
מגדיר או גורם למישהו להיות משהו.
▶
Καθιστώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για την επιτυχία του έργου.
אני מַשְׁקִיף את עצמי אחראי על הצלחת הפרויקט.
▶
Η δασκάλα καθιστά τους μαθητές της πιο υπεύθυνους.
המורה מַשְׁקִיף את תלמידיה יותר אחראים.
▶
Πρέπει να καθιστώ σαφείς τις απαιτήσεις του πελάτη.
אני צריך מַשְׁקִיף את דרישות הלקוח בצורה ברורה.