Definition
▶
χρονιά
chroniá
Η χρονιά είναι μια χρονική περίοδος 365 ημερών ή 366 σε δίσεκτη χρονιά, κατά την οποία συμβαίνουν διάφορες αλλαγές και γεγονότα.
שנה היא תקופה של 365 ימים או 366 בשנה מעוברת, שבה מתרחשים שינויים ואירועים שונים.
▶
Η χρονιά που πέρασε ήταν πολύ δύσκολη.
השנה שעברה הייתה מאוד קשה.
▶
Περιμένω την καινούργια χρονιά με ανυπομονησία.
אני מחכה לשנה החדשה בהתרגשות.
▶
Η χρονιά αυτή θα είναι γεμάτη ευκαιρίες.
שנה זו תהיה מלאה בהזדמנויות.