Definition
▶
συνεργασία
synergasía
Η συνεργασία είναι η διαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότερα άτομα ή ομάδες εργάζονται από κοινού για την επίτευξη ενός κοινού στόχου.
שיתוף פעולה הוא התהליך שבו שניים או יותר אנשים או קבוצות עובדים יחד להשגת מטרה משותפת.
▶
Η συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών οδήγησε σε επιτυχία.
שיתוף הפעולה בין שתי החברות הביא להצלחה.
▶
Η σχολική συνεργασία ενισχύει τη μάθηση των μαθητών.
שיתוף הפעולה בבית הספר מחזק את הלמידה של התלמידים.
▶
Η συνεργασία των εθελοντών βοήθησε στην οργάνωση της εκδήλωσης.
שיתוף הפעולה של המתנדבים סייע בארגון האירוע.