Definition
▶
αναγκαίος
anagkáios
Ο όρος 'αναγκαίος' αναφέρεται σε κάτι που είναι απαραίτητο ή υποχρεωτικό για την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή για την επίτευξη ενός στόχου.
המונח 'נחוץ' מתייחס למשהו שחיוני או מחויב להשגת תהליך או לאותה מטרה.
▶
Είναι αναγκαίος να ολοκληρώσουμε την εργασία πριν την προθεσμία.
זה נחוץ לסיים את העבודה לפני המועד האחרון.
▶
Η σωστή διατροφή είναι αναγκαία για την υγεία μας.
תזונה נכונה היא חיונית לבריאות שלנו.
▶
Για να προχωρήσουμε στο επόμενο στάδιο, είναι αναγκαίος ο έλεγχος των δεδομένων.
כדי avanzar לשלב הבא, יש צורך לבדוק את הנתונים.