Definition
▶
συναρπαστικός
synarpastikós
Ο όρος 'συναρπαστικός' αναφέρεται σε κάτι που προκαλεί έντονο ενδιαφέρον και ενθουσιασμό.
המונח 'מסעיר' מתייחס למשהו שגורם לתשומת לב רבה וללהיטות.
▶
Η παράσταση ήταν πολύ συναρπαστική και όλοι οι θεατές την απόλαυσαν.
המופע היה מאוד מסעיר וכל הצופים נהנו ממנו.
▶
Το νέο βιβλίο του συγγραφέα είναι συναρπαστικό και δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.
הספר החדש של הסופר הוא מסעיר ואי אפשר להניח אותו מהידיים.
▶
Η περιπέτεια που ζήσαμε ήταν πραγματικά συναρπαστική.
ההרפתקה שחווינו הייתה באמת מסעירה.