Definition
▶
νερό
neró
Το νερό είναι το υγρό που είναι απαραίτητο για τη ζωή και χρησιμοποιείται για πόση, μαγείρεμα και καθαριότητα.
L'acqua è il liquido necessario per la vita e utilizzato per bere, cucinare e pulire.
▶
Πίνω ένα ποτήρι νερό κάθε πρωί.
Bevo un bicchiere d'acqua ogni mattina.
▶
Χρειάζομαι νερό για να ποτίσω τα λουλούδια.
Ho bisogno d'acqua per annaffiare i fiori.
▶
Το νερό στη θάλασσα είναι πολύ ζεστό το καλοκαίρι.
L'acqua del mare è molto calda in estate.