Definition
▶
κοινωνικός
koinonikós
Ο όρος 'κοινωνικός' αναφέρεται σε κάτι που σχετίζεται με την κοινωνία ή τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων.
Il termine 'sociale' si riferisce a qualcosa che riguarda la società o le relazioni tra le persone.
▶
Είναι πολύ κοινωνικός και αγαπά να γνωρίζει καινούργιους ανθρώπους.
È molto sociale e ama conoscere nuove persone.
▶
Η κοινωνική ζωή στην πόλη είναι πολύ ζωντανή.
La vita sociale nella città è molto vivace.
▶
Οργανώνουμε μια κοινωνική εκδήλωση για να ενισχύσουμε τις σχέσεις μας.
Stiamo organizzando un evento sociale per rafforzare le nostre relazioni.