Definition
▶
διαφορετικότητα
diaforetikótita
Η διαφορετικότητα αναφέρεται στην ποικιλία και την ποικιλία διαφορετικών στοιχείων, ανθρώπων ή ιδεών σε μια κοινωνία ή ομάδα.
La diversità si riferisce alla varietà e alla diversità di elementi, persone o idee in una società o in un gruppo.
▶
Η διαφορετικότητα στην κουλτούρα μας είναι πολύ σημαντική.
La diversità nella nostra cultura è molto importante.
▶
Η διαφορετικότητα των απόψεων μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες λύσεις.
La diversità delle opinioni può portare a soluzioni migliori.
▶
Η διαφορετικότητα στις ταυτότητες είναι βασικό στοιχείο της κοινωνίας μας.
La diversità nelle identità è un elemento fondamentale della nostra società.