Definition
▶
συναλλακτική
synallaktikí
Η συναλλακτική αναφέρεται σε διαδικασίες ή σχέσεις που σχετίζονται με τις εμπορικές συναλλαγές.
La συναλλακτική si riferisce a processi o relazioni che riguardano le transazioni commerciali.
▶
Η συναλλακτική μας σχέση με την εταιρεία έχει βελτιωθεί.
La nostra relazione συναλλακτική con l'azienda è migliorata.
▶
Πρέπει να διασφαλίσουμε τη συναλλακτική ασφάλεια των πελατών μας.
Dobbiamo garantire la συναλλακτική sicurezza dei nostri clienti.
▶
Η συναλλακτική διαδικασία είναι σημαντική για την επιτυχία της επιχείρησης.
Il processo συναλλακτική è importante per il successo dell'azienda.