Definition
▶
πολύτιμος
polytimos
Ο όρος 'πολύτιμος' αναφέρεται σε κάτι που έχει μεγάλη αξία ή σημασία, είτε υλικά είτε συναισθηματικά.
Il termine 'prezioso' si riferisce a qualcosa che ha grande valore o importanza, sia materiale che emotivo.
▶
Το δαχτυλίδι που μου έδωσε η γιαγιά μου είναι πολύτιμος θησαυρός.
L'anello che mi ha dato mia nonna è un tesoro prezioso.
▶
Οι αναμνήσεις από τα ταξίδια μας είναι πολύτιμοι για μένα.
I ricordi dei nostri viaggi sono preziosi per me.
▶
Χρειάζεται να προστατεύουμε τους πολύτιμους πόρους του πλανήτη.
Dobbiamo proteggere le preziose risorse del pianeta.