Definition
▶
όμορφος
omorfos
Η λέξη 'όμορφος' αναφέρεται σε κάτι που έχει ευχάριστη ή ελκυστική εμφάνιση, συχνά χρησιμοποιούμενη για να περιγράψει ανθρώπους, τοπία ή αντικείμενα.
La parola 'bello' si riferisce a qualcosa che ha un aspetto piacevole o attraente, utilizzata spesso per descrivere persone, paesaggi o oggetti.
▶
Ο ήλιος δύει σε μια όμορφη παραλία.
Il sole tramonta su una bella spiaggia.
▶
Η φίλη μου είναι πολύ όμορφη.
La mia amica è molto bella.
▶
Αυτή η εικόνα είναι όμορφη.
Questa immagine è bella.