Definition
▶
ταξιδεύω
taxidevo
Ταξιδεύω σημαίνει να πηγαίνω από ένα μέρος σε άλλο, συνήθως για αναψυχή ή εργασία.
Viaggiare significa andare da un luogo a un altro, di solito per svago o lavoro.
▶
Κάθε καλοκαίρι ταξιδεύω σε διαφορετικές χώρες.
Ogni estate viaggio in paesi diversi.
▶
Αύριο θα ταξιδέψω με το τρένο στην Αθήνα.
Domani viaggerò in treno verso Atene.
▶
Αγαπώ να ταξιδεύω και να γνωρίζω νέες κουλτούρες.
Mi piace viaggiare e conoscere nuove culture.