Definition
▶
διαφορετικός
diaforetikos
Ο όρος 'διαφορετικός' αναφέρεται σε κάτι που είναι διαφορετικό ή που διαφέρει από κάτι άλλο.
Il termine 'diverso' si riferisce a qualcosa che è differente o che si distingue da qualcos'altro.
▶
Αυτό το φόρεμα είναι διαφορετικό από το προηγούμενο.
Questo vestito è diverso dal precedente.
▶
Οι απόψεις τους είναι διαφορετικές σχετικά με το θέμα.
Le loro opinioni sono diverse riguardo all'argomento.
▶
Κάθε πολιτισμός έχει διαφορετικές παραδόσεις.
Ogni cultura ha tradizioni diverse.