Definition
▶
χρώμα
chróma
Το χρώμα είναι η οπτική αντίληψη που προκαλείται από το φως που ανακλάται από τα αντικείμενα.
Il colore è la percezione visiva causata dalla luce riflessa dagli oggetti.
▶
Το χρώμα του ουρανού είναι μπλε.
Il colore del cielo è blu.
▶
Αγαπώ το χρώμα του κόκκινου κρασιού.
Amo il colore del vino rosso.
▶
Η εικόνα έχει ζωντανά χρώματα.
L'immagine ha colori vivaci.