Definition
▶
εκδρομή
ekdromí
Η εκδρομή είναι μια οργανωμένη δραστηριότητα που περιλαμβάνει ταξίδι σε κάποια τοποθεσία για αναψυχή ή εκπαίδευση.
L'escursione è un'attività organizzata che implica un viaggio in un luogo per svago o istruzione.
▶
Αύριο θα πάμε σε μια εκδρομή στο βουνό.
Domani andremo in un'escursione in montagna.
▶
Η εκδρομή μας στη θάλασσα ήταν υπέροχη.
La nostra escursione al mare è stata meravigliosa.
▶
Η σχολική εκδρομή περιλάμβανε επισκέψεις σε μουσεία.
L'escursione scolastica includeva visite ai musei.