Definition
▶
στρατηγική
stratigikí
Η στρατηγική είναι το σχέδιο ή η μέθοδος που εφαρμόζεται για την επίτευξη ενός στόχου ή ενός σκοπού.
La strategia è il piano o il metodo applicato per raggiungere un obiettivo o uno scopo.
▶
Η στρατηγική της εταιρείας μας για το 2024 είναι να επενδύσουμε σε νέες τεχνολογίες.
La strategia della nostra azienda per il 2024 è investire in nuove tecnologie.
▶
Η στρατηγική που ακολουθήσαμε μας οδήγησε σε επιτυχία.
La strategia che abbiamo seguito ci ha portato al successo.
▶
Πρέπει να αναπτύξουμε μια καλύτερη στρατηγική για την αγορά.
Dobbiamo sviluppare una strategia migliore per il mercato.