Definition
▶
αναντίρρητα
anantírrita
Ο όρος 'αναντίρρητα' αναφέρεται σε κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή να αμφιβληθεί, δηλαδή είναι αποδεδειγμένο και αναμφισβήτητο.
Il termine 'indisputabilmente' si riferisce a qualcosa che non può essere contestato o messo in discussione, cioè è provato e indiscutibile.
▶
Αναντίρρητα, η επιστήμη έχει αποδείξει την κλιματολογική αλλαγή.
Indisputabilmente, la scienza ha dimostrato il cambiamento climatico.
▶
Η επιτυχία του έργου ήταν αδιαμφισβήτητη, καθώς όλοι το αναγνώρισαν.
Il successo del progetto era indiscutibile, poiché tutti lo hanno riconosciuto.
▶
Αναντίρρητα, η τέχνη μπορεί να αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων.
Indisputabilmente, l'arte può cambiare le vite delle persone.