Definition
▶
εφευρετικότητα
efevretikótita
Η εφευρετικότητα είναι η ικανότητα να δημιουργείς νέες ιδέες ή λύσεις σε προβλήματα.
L'inventività è la capacità di creare nuove idee o soluzioni ai problemi.
▶
Η εφευρετικότητα του Γιάννη τον βοήθησε να σχεδιάσει μια καινοτόμο συσκευή.
L'inventiva di Gianni lo ha aiutato a progettare un dispositivo innovativo.
▶
Η εφευρετικότητα είναι σημαντική για κάθε επιχειρηματία που θέλει να διακριθεί.
L'inventività è importante per ogni imprenditore che vuole distinguersi.
▶
Η εφευρετικότητα των παιδιών σε αυτό το εργαστήριο είναι εντυπωσιακή.
L'inventività dei bambini in questo laboratorio è impressionante.