Definition
▶
διαλεκτικός
dialektikós
Ο διαλεκτικός είναι αυτός που σχετίζεται με την επιχειρηματολογία ή την τέχνη της συζήτησης.
Il dialettico è colui che è legato all'argomentazione o all'arte del dibattito.
▶
Ο διαλεκτικός τρόπος σκέψης είναι απαραίτητος για μια υγιή συζήτηση.
Il modo di pensare dialettico è essenziale per un dibattito sano.
▶
Η διαλεκτική προσέγγιση του ζητήματος βοήθησε στην επίλυση της διαφωνίας.
L'approccio dialettico alla questione ha aiutato a risolvere il disaccordo.
▶
Σε μια διαλεκτική συζήτηση, οι συμμετέχοντες πρέπει να είναι ανοιχτοί σε διαφορετικές απόψεις.
In una discussione dialettica, i partecipanti devono essere aperti a opinioni diverse.