Definition
▶
τοπίο
topío
Τοπίο είναι η φυσική ή τεχνητή εικόνα ενός χώρου που περιλαμβάνει το έδαφος, τα φυτά και άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος.
Il paesaggio è l'immagine naturale o artificiale di uno spazio che include il terreno, le piante e altri elementi dell'ambiente.
▶
Το τοπίο της περιοχής είναι εκπληκτικό, με βουνά και λίμνες.
Il paesaggio della zona è sorprendente, con montagne e laghi.
▶
Αγαπώ να ζωγραφίζω τοπίο κατά τη διάρκεια των διακοπών μου.
Mi piace dipingere paesaggi durante le mie vacanze.
▶
Το φθινόπωρο, το τοπίο αλλάζει χρώματα και γίνεται μαγευτικό.
In autunno, il paesaggio cambia colore e diventa incantevole.