Definition
▶
Πίνω
Pino
Το Πίνω σημαίνει τη διαδικασία κατανάλωσης υγρών, συνήθως για να ικανοποιηθεί η δίψα.
飲むというのは、主に喉の渇きを満たすために液体を摂取するプロセスを指します。
▶
Πίνω νερό κάθε μέρα για να παραμένω ενυδατωμένος.
私は毎日水を飲んで水分を保っています。
▶
Αύριο θα πίνω καφέ με τους φίλους μου.
明日、友達とコーヒーを飲みます。
▶
Το παιδί πίνει χυμό πορτοκαλιού το πρωί.
子供は朝にオレンジジュースを飲みます。