Definition
▶
μάτι
mátі
Το μάτι είναι το όργανο της όρασης που μας επιτρέπει να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας.
目は、私たちが周りの世界を見ることを可能にする視覚器官です。
▶
Το μάτι μου πονάει όταν κοιτάζω τον υπολογιστή.
私の目はコンピュータを見ると痛みます。
▶
Τα μάτια είναι το παράθυρο της ψυχής.
目は心の窓です。
▶
Χρειάζομαι γυαλιά γιατί τα μάτια μου δεν βλέπουν καθαρά.
私は目がはっきり見えないので眼鏡が必要です。