Definition
▶
ενίσχυση
eníschysi
Η ενίσχυση είναι η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της αύξησης της δύναμης ή της αποτελεσματικότητας κάποιου πράγματος.
強化は、何かの力や効果を高めるプロセスまたは結果です。
▶
Η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη της οικονομίας.
制度の強化は経済の発展に必要です。
▶
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα σχέδιο ενίσχυσης των κοινωνικών υπηρεσιών.
政府は社会サービスの強化計画を発表しました。
▶
Η ενίσχυση της ασφάλειας στα σχολεία είναι προτεραιότητα για τους γονείς.
学校の安全強化は親たちにとって優先事項です。