Definition
▶
μαθαίνω
mathaino
Η λέξη 'μαθαίνω' αναφέρεται στη διαδικασία απόκτησης γνώσης, δεξιοτήτων ή πληροφοριών μέσω της εκπαίδευσης ή της εμπειρίας.
「μαθαίνω」という言葉は、教育や経験を通じて知識、スキル、または情報を獲得する過程を指します。
▶
Μαθαίνω να παίζω πιάνο κάθε μέρα.
私は毎日ピアノを弾くことを学んでいます。
▶
Τα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα νέα πράγματα.
子供たちは新しいことをすぐに学びます。
▶
Είναι σημαντικό να μαθαίνουμε από τα λάθη μας.
私たちの間違いから学ぶことは重要です。