Definition
▶
αντίκτυπος
antíktypos
Ο αντίκτυπος αναφέρεται στη σημαντική επίδραση ή αλλαγή που προκαλεί κάτι σε μια κατάσταση ή γεγονός.
インパクトとは、何かが状況や出来事に引き起こす重要な影響や変化を指します。
▶
Η απόφαση του συμβουλίου είχε μεγάλο αντίκτυπο στην κοινότητα.
評議会の決定はコミュニティに大きなインパクトを与えました。
▶
Ο αντίκτυπος της νέας πολιτικής στην εκπαίδευση είναι ήδη εμφανής.
教育に対する新しい政策のインパクトはすでに明らかです。
▶
Η έρευνα δείχνει τον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής στα οικοσυστήματα.
研究は気候変動が生態系に与えるインパクトを示しています。